Οι μάγισσες σας καλωσορίζουν

το ιστολόγιο των παιδιών που αγαπούν το ομότιτλο βιβλίο του Αλκιβιάδη Κούση
(εικονογράφηση: Βαγγέλης Παπαβασιλείου, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ)


Η Μιρέλλα, η Φιρέλλα και η Κανέλα ανυπομονούν να σας γνωρίσουν και να μοιραστούν μαζί σας τα μυστικά τους. Πάρτε τις σκούπες και τα καπέλα σας κι ελάτε στην παρέα μας!

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

...θυμόμαστε τον μεγάλο παραμυθά και γιορτάζουμε!

Οι μάγισσες είναι πολύ χαρούμενες! 2 Απριλίου γιορτάζουν τα παιδικά βιβλία!



Ξέρετε γιατί επιλέχθηκε αυτή η συγκεκριμένη μέρα ;


Επιλέχθηκε γιατί 2 Απριλίου του 1805 γεννήθηκε σε μια μικρή πόλη της Δανίας ένας από τους μεγαλύτερους παραμυθάδες όλων των εποχών! Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν!!!

Την καθιέρωσε η Διεθνής Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ) το 1966 κι έχει σαν σκοπό να τονώσει την αγάπη για το διάβασμα και να στρέψει την προσοχή στα παιδικά βιβλία.  Από τότε, κάθε χρόνο, ένα διαφορετικό εθνικό τμήμα της IBBY ετοιμάζει ένα μήνυμα και μία αφίσα, που διανέμονται σε όλο τον κόσμο. 
 
Το φετινό κείμενο για την Παγκόσμια ημέρα παιδικού Βιβλίου 2016 έγραψε η Luciana Sandroni, (Ibby Βραζιλίας):
 
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια … πριγκίπισσα; Όχι. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια βιβλιοθήκη. Ήταν και ένα κορίτσι που το έλεγαν Λουΐζα και πήγε πρώτη του φορά στη βιβλιοθήκη. Περπατούσε αργά, σέρνοντας μια τεράστια σάκα με ρόδες. Κοίταζε παντού τριγύρω με έκπληξη: Ράφια και άλλα ράφια γεμάτα με βιβλία …τραπέζια, καρέκλες, χρωματιστά μαξιλάρια, ζωγραφιές στους τοίχους και αφίσες.
«Έφερα μια φωτογραφία μου» είπε ντροπαλά στον βιβλιοθηκάριο.
«Θαυμάσια Λουΐζα». Θα ετοιμάσω την κάρτα σου για τη βιβλιοθήκη. Στο μεταξύ, διάλεξε κάποιο βιβλίο. Μπορείς να διαλέξεις ένα και να το πάρεις στο σπίτι σου, εντάξει;»
«Ένα μόνο;». Ρώτησε η Λουΐζα απογοητευμένη.
Χτύπησε το τηλέφωνο εκείνη τη στιγμή και ο βιβλιοθηκάριος άφησε το κορίτσι μοναχό του να κάνει αυτή τη δύσκολη δουλειά, να διαλέξει μόνο ένα από τη θάλασσα εκείνη των βιβλίων στα ράφια. Η Λουΐζα έσερνε τη σάκα της τριγύρω και έψαχνε,  έψαχνε,  ώσπου βρήκε την αγαπημένη της Χιονάτη. Το αντίτυπο εκείνο είχε σκληρό εξώφυλλο και πανέμορφες εικόνες. Με το βιβλίο στο χέρι, έσυρε ξανά τη σάκα και, καθώς έκανε να φύγει κάποιος τη χτύπησε ελαφρά στον ώμο. Παραλίγο να πέσει κάτω η Λουΐζα από την έκπληξη. Δεν ήταν άλλος παρά ο Παπουτσωμένος Γάτος με το βιβλίο του στα χέρια, ή μάλλον στα μπροστινά του ποδαράκια! «Τι κάνεις; Πώς είσαι;» Τη ρώτησε όλο ευγένεια. «Αυτές τις ιστορίες με τις πριγκίπισσες δεν τις έχεις μάθει  όλες πια Λουΐζα; Γιατί δεν παίρνεις το βιβλίο μου; Τον Παπουτσωμένο Γάτο, που είναι πιο αστείο;»
Κατάπληκτη η Λουΐζα με τα μάτια γουρλωμένα, δεν ήξερε τι να πει.
«Τι συμβαίνει; Σου έφαγε τη γλώσσα η Γάτα;» Αστειεύτηκε αυτός.
«Είσαι στ’ αλήθεια ο Παπουτσωμένος Γάτος;»
«Εγώ είμαι. Ολοζώντανος. Πάρε με, λοιπόν, στο σπίτι σου και θα τα μάθεις όλα για την ιστορία μου με τον Μαρκήσιο του Καραμπά».
Το κορίτσι, σαστισμένο ακόμη, συμφώνησε ναι με το κεφάλι.
Ο Παπουτσωμένος Γάτος, με ένα σάλτο μαγικό ξαναμπήκε στο βιβλίο και μόλις η Λουίζα ξαναέκανε να φύγει κάποιος  την ξαναχτύπησε ελαφρά στον ώμο. Ήταν εκείνη!
«Άσπρη σαν το χιόνι, μάγουλα σαν τριαντάφυλλα και μαλλιά μαύρα σαν τον έβενο». Ξέρετε ποια ήταν;
«Η Χιονάτη!» φώναξε η Λουΐζα έκθαμβη!
«Λουΐζα πάρε με κι εμένα! Αυτό το αντίτυπο είναι πιστή αναδιήγηση της ιστορίας που έγραψαν οι αδερφοί Γκριμ!» της είπε δείχνοντας το βιβλίο της.
Έτοιμη ήταν η Λουΐζα ν’ αλλάξει πάλι το βιβλίο, μα ο Παπουτσωμένος Γάτος εκνευρίστηκε:
«Χιονάτη, η Λουΐζα έχει αποφασίσει! Γύρνα στους έξι νάνους σου!»
«Οι νάνοι μου είναι εφτά και η Λουΐζα δεν έχει αποφασίσει ακόμα τίποτα!» φώναξε η Χιονάτη , κόκκινη από θυμό.
Γύρισαν τότε και οι δύο στο κορίτσι να δουν τι θ’ απαντήσει.
«Δεν ξέρω ποιο να πάρω. Θέλω να τα πάρω όλα…»
Ξάφνου τότε συνέβη κάτι αναπάντεχο κι ολότελα παράξενο. Όλοι οι ήρωες άρχισαν να βγαίνουν από τα βιβλία τους. Η Σταχτοπούτα, η Κοκκινοσκουφίτσα, η Ωραία Κοιμωμένη , η Ραπουνζελ… Μια παρέα από πραγματικές πριγκίπισσες…
«Πάρε με μαζί σου Λουΐζα!» την παρακαλούσε καθεμιά τους.
«Χρειάζομαι μόνο ένα κρεβάτι για να κοιμηθώ λιγάκι» χασμουρήθηκε η Ωραία Κοιμωμένη.
«Μόνο εκατό χρονάκια!» την κορόιδεψε ο Παπουτσωμένος Γάτος.
Η Σταχτοπούτα άρχισε να λέει: «Θα σου καθαρίσω το σπίτι εγώ, μόνο που το βράδυ έχω να πάω σε χορό στο παλάτι του…»
«Του πρίγκιπα!» έβαλαν τα γέλια όλοι.
«Στο καλάθι μου έχω πίτα και κρασί. Θέλει κανένας λίγο;» τους πρόσφερε η Κοκκινοσκουφίτσα.
Εμφανίστηκαν τότε και άλλοι ήρωες παραμυθιών: το Ασχημόπαπο, το Κοριτσάκι με τα σπίρτα, ο Μολυβένιος Στρατιώτης και η Μπαλαρίνα….
«Μπορούμε να έρθουμε μαζί σου; Είμαστε όλοι ήρωες του Άντερσεν» της είπε το Ασχημόπαπο που δεν ήταν στ’ αλήθεια τόσο άσχημο.
«Είναι ζεστό το σπίτι σου;» ρώτησε το κοριτσάκι με τα σπίρτα.
«Αχ, αν έχει τζάκι καλύτερα να μείνουμε κοντά της…» μουρμούρισαν ο Μολυβένιος Στρατιώτης και η Μπαλαρίνα.
Φάνηκε τότε ξαφνικά μπροστά τους ένας άγριος λύκος δείχνοντας τα φοβερά του δόντια! «Ο Μεγάλος Κακός Λύκος!!!»
«Τι μεγάλο στόμα που έχεις Λύκε!» θαύμασε από συνήθεια η Κοκκινοσκουφίτσα.
«Θα σας προστατέψω εγώ!» είπε με γενναιότητα ο Μολυβένιος Στρατιώτης.
Την ίδια στιγμή άνοιξε ο Μεγάλος Κακός Λύκος το τεράστιο στόμα του και… Τους έφαγε όλους; Όχι. Απλά χασμουρήθηκε κουρασμένος και είπε ήρεμα:
«Ησυχάστε όλοι! Μια ιδέα ήθελα μόνο να σας πω. Η Λουΐζα μπορεί να πάρει το βιβλίο που θέλει, τη Χιονάτη κι εμείς να μπούμε μες τη σάκα της, που μας χωράει όλους.
Την ιδέα την βρήκαν όλοι εξαιρετική!
«Μπορούμε Λουίζα;» ρώτησε το κοριτσάκι με τα σπίρτα που έτρεμε από το κρύο.
«Βέβαια!» είπε εκείνη και άνοιξε τη σάκα της.
Οι ήρωες των παραμυθιών, μπήκαν στην γραμμή και ετοιμάστηκαν.
«Πρώτα οι πριγκίπισσες» πρόσταξε η Σταχτοπούτα.
Την τελευταία στιγμή εμφανίστηκαν ένα σωρό ήρωες από βιβλία βραζιλιάνικα. Και μπήκαν μέσα όλοι.
Η σάκα με τις ρόδες ήταν τώρα πιο βαριά από ποτέ. Ήταν τόσο βαριοί οι ήρωες! Η Λουΐζα πήρε το βιβλίο, τη Χιονάτη κι ο βιβλιοθηκονόμος το έγραψε στην κάρτα της.
Λίγο αργότερα, το κορίτσι έφτασε στο σπίτι του ευχαριστημένο και η μητέρα του ρώτησε από μέσα:
«Γύρισες χρυσό μου;»
«Γυρίσαμε!»

**Μετάφραση: Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν 
 
 
Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1805 σε μια μικρή πόλη της Δανίας, την Όντενσε, που βρίσκεται κοντά στην πρωτεύουσα της χώρας, την Κοπεγχάγη.
Ο πατέρας του ονομαζόταν Χανς και ήταν παπουτσής. Η μητέρα του, η Αν Μαρί, ήταν πλύστρα. Η οικογένειά του ζούσε σε ένα σπίτι που είχε μόνο ένα δωμάτιο και ήταν πολύ φτωχή, όπως και οι περισσότεροι κάτοικοι της Δανίας εκείνη την εποχή (εξαιτίας των ναπολεόντειων πολέμων στους οποίους συμμετείχε η χώρα).
Ήταν μοναχοπαίδι και οι γονείς του τον λάτρευαν. Ειδικά ο πατέρας του, τις ώρες που δεν εργαζόταν, αφιέρωνε όλο του τον χρόνο σε εκείνον: του έλεγε διάφορες ιστορίες, του διάβαζε τα βιβλία του Λούντβικ Χόλμπεργκ (Δανός λογοτέχνης) και του Σαίξπηρ (Άγγλος θεατρικός συγγραφέας), του έφτιαχνε ξύλινα παιχνίδια και ζωγραφιές, και, όποτε μπορούσε, τον πήγαινε ακόμα και στο θέατρο.
Δυστυχώς, όμως, ο αξιολάτρευτος αυτός άνθρωπος πέθανε το 1816, όταν ο Χανς ήταν 11 χρονών. Ο θάνατός του πατέρα του τον βύθισε στη θλίψη. Δεν άντεχε να μένει στο σπίτι και, έτσι, περνούσε τις περισσότερες ώρες του στο κανάλι της Όντενσε. Εκεί έφτιαχνε μικρές χάρτινες βαρκούλες, τις έριχνε στο νερό και ονειρευόταν τη μέρα που θα ταξίδευε σε όλο τον κόσμο, μακριά από τη δυστυχισμένη ζωή.
Η δυστυχία του έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν η μητέρα του αποφάσισε πως ο μικρός έπρεπε να δουλέψει. Αρχικά τον πήγε ως εργάτη σε ένα καπνοπωλείο, όμως το παιδί, που είχε εύθραυστη υγεία, δεν άντεξε για πολύ. Υπέφερε τόσο που αναγκάστηκε να τον πάρει από εκεί και να τον πάει σε ένα ραφείο, να μάθει τη δουλειά. Ούτε εκεί ήταν εύκολο να συνηθίσει, γιατί, εκτός από τις κακές συνθήκες εργασίας, το μυαλό του ήταν στο θέατρο. Ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας, τραγουδιστής, ένας διάσημος καλλιτέχνης. Μάλιστα, είχε τόσο υπέροχη φωνή, που η φήμη της έφτασε ως το παλάτι και ακόμα και ο πρίγκιπας της Όντενσε του ζήτησε να τραγουδήσει μπροστά του.
Μεγάλη παρηγοριά για τον Χανς Κρίστιαν ήταν η γιαγιά του, η μητέρα της μητέρας του, η οποία εργαζόταν στο δημόσιο ψυχιατρείο της περιοχής. Πολύ συχνά έπαιρνε μαζί της τον εγγονό της, που σύντομα έπιασε φιλίες με τους τρόφιμους. Σε αντίθεση με τα παιδιά της ηλικίας του και τους υπόλοιπους ανθρώπους, εκείνοι τον άκουγαν με μεγάλη προσοχή τις ιστορίες και τα τραγούδια του και τον αγαπούσαν πολύ.
Πολύ ψηλός και αδύνατος για την ηλικία του, με μεγάλη μύτη και φουντωτά ξανθιά μαλλιά, γινόταν συχνά στόχος για τους συνομηλίκους του, οι οποίοι τον κορόιδευαν συνεχώς. Εκτός από την εμφάνισή του, τους φαινόταν αλλόκοτη και η συμπεριφορά του και κανείς δεν ήθελε να κάνει παρέα μαζί του. Τον ίδιο ελάχιστα τον απασχολούσε αυτό. Ήταν σίγουρος πως μια μέρα θα γίνει διάσημος και έκανε τα πάντα για να πετύχει τον στόχο του. Διάβαζε μανιωδώς βιβλία και δεν άργησε να γράψει τα δικά του θεατρικά έργα. Δεν ξεχνούσε ποτέ τα λόγια μια μάντισσας. Όταν ήταν 7 χρονών η γυναίκα είπε στη μητέρα του: «Θα γίνει μεγάλος και τρανός. Και μια μέρα ολόκληρη η Όντενσε θα φωτιστεί προς τιμήν του».
Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του αγαπημένου του πατέρα, η μητέρα του αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί. Ο Χανς Κρίστιαν ένιωθε πιο μόνος από ποτέ και, όταν έγινε 14 ετών, αποφάσισε να μετακομίσει την Κοπεγχάγη. Όταν έφτασε στη πόλη έβαλε τα κλάματα από τη συγκίνηση και την ευτυχία. Ήταν σίγουρος πως, επιτέλους, είχε έρθει η ώρα να πραγματοποιήσει τα όνειρά του! Μπορεί να είχε ελάχιστα χρήματα στην τσέπη, ήταν όμως αποφασισμένος να τα καταφέρει! Γι’ αυτό, το πρώτο πράγμα που έκανε μόλις βρήκε ένα δωμάτιο να μείνει, ήταν να πάει κατευθείαν για ακρόαση στο Βασιλικό Θέατρο. Πίστευε πως εκεί θα έβρισκε δουλειά ως τραγουδιστής, χορευτής ή ηθοποιός.
Για τρία χρόνια προσπαθούσε χωρίς αποτέλεσμα και, έτσι, αποφάσισε να επικεντρωθεί στη συγγραφή. Το 1822 έγραψε το πρώτο του έργο, με τίτλο «Νεανικές Απόπειρες» και ακολούθησαν και μερικά ακόμη. Τα έργα αυτά κέντρισαν το ενδιαφέρον ενός από τους σκηνοθέτες του Βασιλικού Θεάτρου, του Γιόνας Κόλινς, ο οποίος τον βοήθησε να πάρει υποτροφία για να φοιτήσει σε ένα σχολείο. Τα πράγματα δεν ήταν όμως όπως τα περίμενε. Ο διευθυντής του σχολείου ήταν πολύ αυστηρός και δεν συμπαθούσε καθόλου τον Χανς Κρίστιαν. Τον πρόσβαλλε και τον τιμωρούσε με κάθε ευκαιρία. Η μόνη του παρηγοριά ήταν και πάλι το διάβασμα και τα βιβλία. Παρ’ όλες τις αντιξοότητες κατάφερε όχι μόνο να τελειώσει το σχολείο, αλλά να γίνει δεκτός και στο Πανεπιστήμιο! Γράφτηκε στη φιλολογία, αλλά δεν την τελείωσε ποτέ, γιατί η συγγραφή τον είχε απορροφήσει ολοκληρωτικά.
Τα θεατρικά του έργα άρχισαν σιγά σιγά να γίνονται γνωστά με επιτυχία. Το ίδιο και τα βιβλία του. Το 1835 εκδόθηκε και η πρώτη του συλλογή με παραμύθια, με τίτλο «Παραμύθια για Παιδιά». Ακολούθησαν κι άλλες ιστορίες που γνώρισαν αμέσως την επιτυχία.
Η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της χώρας. Ο απλός, μα ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο έγραφε, αγαπήθηκε από μικρούς και μεγάλους. Και δεν άργησε να πραγματοποιήσει ένα ακόμη μεγάλο του όνειρο: τα ταξίδια. Επισκέφτηκε πολλές χώρες της Βόρειας, Κεντρικής και Νότιας Ευρώπης, αλλά και των Βαλκανίων, ανάμεσά τους και την Ελλάδα.
Το 1855 δημοσίευσε ένα βιβλίο για τη ζωή του, «Το παραμύθι της ζωής μου», που τον έκανε ακόμη πιο αγαπητό στο κοινό. Όλοι θαύμαζαν το αγόρι που ξεκίνησε από μια φτωχογειτονιά και, με μόνο εφόδιο την επιμονή και τη φαντασία του, κατάφερε να πραγματοποιήσει τα όνειρά του.
Ο ίδιος ένιωθε περήφανος για όσα πέτυχε. Παρ’ όλο που δεν ευτύχησε στην προσωπική του ζωή -δεν παντρεύτηκε ποτέ, ούτε έκανε οικογένεια-, απέκτησε πολλούς αγαπημένους φίλους, αλλά και φανατικούς θαυμαστές. 
Μερικά χρόνια πριν τον θάνατό του αναγορεύτηκε επίτιμος δημότης της Όντενσε. Η ημέρα κηρύχθηκε αργία για τα σχολεία και η πόλη σημαιοστολίστηκε προς τιμήν του. Υπήρχαν παντού πανό που έγραφαν «Ο Άντερσεν τιμά την Όντενσε» και όλα τα σπίτια τοποθέτησαν στα παράθυρά τους αναμμένα κεριά. Η συγκίνηση του Άντερσεν ήταν τεράστια. Ούτε ο ίδιος μπορούσε να πιστέψει πως κατάφερε να ξεπεράσει τόσες δυσκολίες και να γνωρίσει αυτή τη μεγάλη επιτυχία. Θυμόταν σαν να ήταν χθες τις κοροϊδίες και τους χλευασμούς των υπόλοιπων παιδιών, αλλά το χαμόγελο δεν έφευγε από τα χείλη του: αυτό ήταν η απάντησή του σε όλους προσπάθησαν κάποτε να τον πληγώσουν. Εκείνη η μέρα ήταν η ολοκλήρωση της επιτυχίας και της ευτυχίας του.
Μερικά χρόνια αργότερα, στις 4 Αυγούστου του 1875, σε ηλικία 70 ετών, έφυγε από τη ζωή αθόρυβα, γαλήνιος, έχοντας εκπληρώσει όλα όσα ονειρεύτηκε.
 
αναδημοσίευση από το ιστολόγιο: Ένα κείμενο, μια εικόνα ( enakeimenomiaeikona.blogspot.gr/)

 μερικά από τα πιο διάσημα παραμύθια του Άντερσεν   


Εμπρός λοιπόν! Σίγουρα υπάρχει ένα παιδικό βιβλίο που περιμένει να το ανακαλύψετε! 


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου